π. Συμεώνος Κραγιόπουλου περί ψυχής και υπέρβασης των παθών και ψυχικών νόσων
Ἕνα ἀπό τά βασικά στοιχεῖα τῆς διδασκαλίας του ἦταν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά συναισθάνεται ὁ ἄνθρωπος τήν ἁμαρτωλότητά του. Ἡ αὐτογνωσία εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ καί βασική της προϋπόθεση εἶναι ἡ εἰλικρινής διάθεση τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ ἄνθρωπος πασχίζει νά ἀποδείξει ὅτι εἶναι αὐτάρκης καί ἀποφεύγει τήν ἐνασχόληση μέ τή γνώση τῶν παθῶν του. Προσπαθεῖ νά ἀπωθήσει τίς ἁμαρτίες του καί νά καλύψει τήν ἀμαυρωμένη συνείδησή του μέ τήν αὐτοδικαίωση καί τήν προβολή. Τά πάθη εἶναι οἱ βαθύτερες καταστάσεις τοῦ ἀνθρώπινου «εἶναι», καί ὁ ἄνθρωπος διαπράττει τίς ἁμαρτίες ὡς ἐκδηλώσεις τῶν παθῶν. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει μικρό μέρος τῆς πεπτωκυίας φύσεώς του, ἐνῶ τό ὑποσυνείδητο καί τό ἀσυνείδητο τῆς ψυχῆς παραμένουν ἄγνωστα. Ἐπειδή δέν θά ἄντεχε ὅλη τήν πραγματικότητα τῆς ἁμαρτίας του, ὁ Θεός τήν ἀποκαλύπτει σταδιακά κατά τό μέτρο τῆς ταπεινώσεως τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ π. Συμεών δίδασκε σχεδόν σέ κάθε ὁμιλία του ὅτι ἡ ὑπακοή εἶναι ὁ μόνος τρόπος νά ἀπεγκλωβιστεῖ ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ἀπό τή φιλαυτία του. Ἡ ἄνευ ὅρων ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό καί ἡ μαθητεία «ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ» σέ ἀπλανή πνευματικό πατέρα εἶναι ἡ λυτρωτική ὁδός, γιά νά μπορέσει ὁ συμπλεγματικός ἄνθρωπος νά παραδεχθεῖ τήν ἀχρειότητά του καί μέ ταπείνωση νά γίνει δεκτικός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ «παλαιός ἄνθρωπος», ἄρρηκτα συνδεδεμένος μέ τή φιλαυτία καί τούς κλάδους της –φιληδονία, φιλοδοξία καί φιλαργυρία– εἶναι «εὐφυέστατος» καί παμπόνηρος. Παρακινούμενος καί ἀπό τόν διάβολο ὁ ἄνθρωπος προτιμάει νά μένει ὑποχείριο τῶν παθῶν καί δέν ἐπιθυμεῖ νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τίς παθολογικές καταστάσεις του. Ἀρνεῖται ἔτσι νά δεχθεῖ τή λύτρωση πού τοῦ προσφέρει ὁ Χριστός.
Ἐπειδή οἱ ἀκροατές ἦταν «καλοί χριστιανοί», ἀπό αὐτούς πού προσέρχονται σέ ἀκολουθίες καί συνάξεις, ὁ π. Συμεών μιλοῦσε συνεχῶς γιά τήν «καλή ἰδέα» πού ἔχουν γιά τόν ἑαυτό τους. Ἀπό μικρή ἡλικία οἱ χριστιανοί κτίζουν ἕνα «εἴδωλο», μιά ὑποκειμενική πραγματικότητα καί ἐκεῖ πάνω στοιβάζουν τά καλά ἔργα καί τίς γνώσεις τους. Αὐτό τό «εἴδωλο» εἶναι ριζωμένο στή φιλαυτία μέ συμπλεγματικούς δεσμούς. Ἀπό πλευρᾶς ψυχολογίας ἡ «ἰδεατή εἰκόνα» ἐπηρεάζει παθολογικά τήν ὅλη συμπεριφορά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ ἀρρωστημένη φύση της δέν ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο νά δεῖ μέ διαύγεια τό βάθος τῆς ψυχῆς του. Ἡ «καλή ἰδέα» τελικά γίνεται ἐμπόδιο στήν πνευματική ζωή, καθώς ὁ ἄνθρωπος πασχίζει νά ἀποτινάξει τήν παθολογική πραγματικότητά του καί νά τήν ἀνατρέψει ἀγωνιζόμενος ἐγωιστικά, ἐνῶ ὁ Χριστός εἶπε: «Ὅταν ποιήσητε πάντα τά διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν».
Ἂν ὁ Μέγας Βασίλειος στήν εὐχή τῆς ἀναφορᾶς λέει «οὐ γάρ ἐποιήσαμέν τι ἀγαθόν ἐπί τῆς γῆς», πόσο μᾶλλον ἐμεῖς πού εἴμαστε πλήρεις ἁμαρτιῶν. Ὅ,τι ἀγαθό καί ἀληθινό ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ, καί τό μόνο πού χρειάζεται ὁ ἄνθρωπος εἶναι νά δείξει διάθεση νά πιστέψει. Ὁ π. Συμεών ἔλεγε συχνά ὅτι ὁ σύγχρονος χριστιανός φυτοζωεῖ καί παραμένει στή μιζέρια του, ἐνῶ ἡ ἀληθινή χαρά ὡς καρπός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔρχεται μέσῳ τῆς εὐπρόθυμης ὑποταγῆς στόν Χριστό.
Ἡ ὑπέρβαση τῶν ψυχικῶν νόσων γίνεται, μόνο ἄν ὁ ἄνθρωπος ἐμπιστευθεῖ κάποιον ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του. Γιά νά ἐξηγήσει πιό πρακτικά τήν ἀναγκαιότητα τῆς ὑπακοῆς, ἀνέφερε συχνά τό παράδειγμα τοῦ ἀσθενοῦς. Ὅταν ἀσθενεῖ κάποιος, ἀλλοιώνονται οἱ αἰσθήσεις του, ὅπως ἡ γεύση, καί ὄντως αἰσθάνεται πικρό τό νόστιμο φαγητό. Πρέπει τότε νά δείξει ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτόν πού γνωρίζει ἐμπειρικά ὅτι τόν ἀγαπάει, γιά παράδειγμα στή μητέρα του, καί νά κάνει τήν ὑπέρβαση παραμερίζοντας τήν ἐμπιστοσύνη στή δική του λογική, δηλαδή στό τί αἰσθάνεται ὁ ἴδιος ἕνεκα τῆς ἀσθενείας του.
Ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ταπεινωθεῖ καί νά παραδεχθεῖ τό ἁμαρτωλό κατεστημένο του, μόνο ἄν δείξει εἰλικρινή ἐμπιστοσύνη χωρίς ψυχαναγκασμούς. Τότε τό σύμπλεγμα κατωτερότητος γίνεται ταπείνωση, ἡ κατάθλιψη γίνεται κατάνυξη καί ἡ ἀπογοήτευση καί οἱ τύψεις γίνονται μετάνοια. Χωρίς νά φύγουν αὐτά τά «στοιχειά», γίνονται ἔπειτα μέσα σωτηρίας. Παρατηρώντας συνεχῶς ὁ ἀνυπότακτος ἄνθρωπος τόν ἐγωισμό του κατανοεῖ ὅτι, μόνο ἄν ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, μπορεῖ νά κάνει χῶρο στήν καρδία του, γιά νά εἰσέλθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅσο διαφεντεύει τό δικό του θέλημα στή ζωή του, δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ τό θέλημα τοῦ Κυρίου.
Ὁ Πατήρ προχωροῦσε σέ βάθος στό θέμα τῆς ὀρθοδόξου χριστιανικῆς ἀσκήσεως καί ἔλεγε ὅτι ὁ ἄνθρωπος γεννιέται μέ τά πάθη καί καλεῖται νά βρεῖ τή διάθεση νά συσταυρωθεῖ μέ τόν Χριστό καί νά περάσει μέσα ἀπό τόν τάφο, γιά νά φτάσει στήν ἀνάσταση. Ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς δέν ἔχει σχέση μέ τά ἀνθρώπινα κατορθώματα. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ταπεινωθεῖ καί μέσῳ τῆς ὑπακοῆς νά κλαδευτεῖ, καί στό ἄγριο δένδρο τῆς ψυχῆς του νά μπολιαστεῖ ὁ Χριστός. Ὁ παλαιός ἄνθρωπος πρέπει νά νεκρωθεῖ, καί ὡς ἀνακαινισμένος χριστιανός μόνο «ἐν τῷ Χριστῷ» μπορεῖ κανείς νά ζήσει. Γι᾿ αὐτό πολύ συχνά ἀνέφερε τό «ἔγειρε ὁ καθεύδων καί ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός». Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἔχει διαρκῶς τήν αἴσθηση τῆς κοινωνίας μέ τόν Θεό, ὅπως στόν Θεάνθρωπο Χριστό ἡ ἀνθρώπινη φύση ἦταν ἑνωμένη ἄρρηκτα μέ τή θεία φύση. Ὁ ἄνθρωπος, ὅμως, δέν ἔχει διάθεση νά ἀγαπήσει τόν Χριστό καί ἀντιμάχεται τό θέλημά του. Ἀλλά ὁ Χριστός ἀπό ἀγάπη χαρίζει δωρεάν τή λύτρωση, ἐπειδή ἅπαξ θυσιάστηκε μέ τή σταύρωσή του αἴρων τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά ὑποταχθεῖ ἐλεύθερα στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί νά γίνει κοινωνός τῆς θεανθρώπινης ζωῆς του «μένων ἐν τῷ Χριστῷ καί ὁ Χριστός ἐν αὐτῷ»· νά βιώνει δηλαδή τήν καθημερινή του ζωή μέ ταπείνωση καί ἀληθινή ἀγάπη πρός τούς ἀδελφούς καί συγχρόνως νά ζεῖ μέσα στή χαρά τοῦ Θεοῦ λέγοντας συνεχῶς: «Λάλει, Κύριε, ὅτι ἀκούει ὁ δοῦλός σου».
Πολύ ἁπλά ἐξηγοῦσε ὁ π. Συμεών πῶς θά γίνουν πράξη ὅλα αὐτά στήν καθημερινή ζωή. Τόνιζε συχνά τό ἀπόφθεγμα τοῦ ἀββᾶ Μακαρίου: «Νά ἀγαπᾶς κι ἄς μήν ἔχεις ἀγάπη, νά ταπεινώνεσαι κι ἄς μήν ἔχεις ταπείνωση». Μέσῳ τῆς ταπεινῆς συναίσθησης τῆς ἁμαρτωλότητος ὁ ἀγωνιζόμενος χριστιανός ὀφείλει νά κρίνει καί νά συμπεριφέρεται μέ συμπάθεια καί κατανόηση καί τελικά μέ ἀληθινή ἀγάπη. Ὅταν αἰσθάνεται κανείς ὅτι εἶναι ὁμοιοπαθής, βλέποντας τήν πτώση τοῦ ἀδελφοῦ δέν ὁρμάει νά τόν μαλώσει ἤ νά τόν ἐλέγξει «ἀπό καθέδρας», ἀλλά ἀγωνίζεται νά συγκρατήσει τό πάθος του, καί ἄν δέν προλάβει, βλέπει τίς κινήσεις τῆς ψυχῆς του καί ταπεινώνεται ἐκζητώντας τή συγχώρηση.
Βάζει κάθε λίγο ἀρχή καί, ὅσο βλέπει τίς ἀκατέργαστες καταστάσεις τῆς ψυχῆς του, συντρίβεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί παραδεχόμενος τή νέα πτυχή τῆς κακίας του κόβει μέ πόνο τό θέλημά του, γιά νά ἀναπαύσει τόν ἀδελφό. Κατά τό πνεῦμα τοῦ Γεροντικοῦ, ὁ Πατήρ προέτρεπε νά μήν ἀναβάλλουμε τήν ἀρχή τῆς μετανοίας, ἀλλά νά βάζουμε συνεχῶς ἀρχή βιώνοντας τό «νῦν ἠρξάμην». Ὁ μόνος τρόπος γιά νά δεχθεῖ ὁ ἄνθρωπος τό δῶρο τῆς ἀληθινῆς ἀγάπης, εἶναι νά ἐνεργεῖ συνεχῶς κατά τό παράδειγμα τῆς ἐνδοτριαδικῆς ἀγάπης, ὅπως δηλαδή προσευχόταν ὁ Χριστός στή Γεθσημανῆ «οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ».Τελικά ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά συνειδητοποιήσει ὅτι ἀπαρνούμενος τόν ἑαυτό του μπορεῖ νά εὐλογηθεῖ ἀπό τόν Θεό, ὥστε νά γίνει ὄντως ἰσορροπημένος μέ ἀληθινή χαρά καί ἀγάπη στήν καρδία του.
Ἐπειδή ὁ ἴδιος περνοῦσε πολλές ἐπίπονες καταστάσεις, εἴτε ἀσθενώντας εἴτε εἰσπράττοντας στενόχωρες συμπεριφορές κακίας καί ἐγωισμοῦ ἐκ μέρους κάποιων ἀδελφῶν, δίδασκε ὅτι ὁ πόνος καί οἱ δυσκολίες εἶναι αἴτια ταπεινώσεως καί λυτρώσεως. Ὁ Θεός οἰκονομεῖ νά αἰσθανθεῖ ὁ ἄνθρωπος τήν ἀδυναμία του μέσα ἀπό τόν σωματικό πόνο καί τίς ψυχολογικές καταστάσεις πού βασανίζουν τήν ψυχή. Ἐπειδή ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος εἶναι σκληρόκαρδος καί στενόψυχος καί δέν παίρνει θετική στάση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐπιτρέπει ὁ Θεός ταπεινωτικές καταστάσεις πού μαλακώνουν τήν καρδία. Ἑρμηνεύοντας τόν ἀποκαλυπτικό λόγο τοῦ Χριστοῦ πρός τόν ἅγιο Σιλουανό: «Κράτει τόν νοῦν σου εἰς τόν ἅδην καί μή ἀπελπίζου», διευκρίνιζε ὅτι ὁ Θεός πού οἰκονομεῖ τή δοκιμασία καί τό βίωμα τοῦ ἅδη, χαρίζει καί τό βίωμα τῆς ἐλπίδος.
Ὁ Πάτερ ὑπερτόνιζε τή συμμετοχή στή λειτουργική ζωή καί τήν ἀνάγκη τῆς γνώσεως τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Γιά νά ἔλθει διάθεση μετανοίας στόν φιλήδονο ἄνθρωπο, πρέπει αὐτός νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό μέσα στίς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας καί, μόνο ἄν ἀκούει καί ξανακούει τίς ἀλήθειες τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά ἀφυπνιστεῖ. Ἡ βίωση τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας γίνεται «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι» καί, ὅπως δίδασκε ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, εἶναι ἀληθινή, ὅταν γίνεται «αἰσθητῶς». Γι᾿ αὐτό καί ἡ προσέλευση στή θεία Εὐχαριστία ἔλεγε ὁ π. Συμεών ὅτι πρέπει νά γίνεται «ἀξίως», δηλαδή μέ σχετική προετοιμασία, τακτική ἐξομολόγηση καί συναίσθηση τῆς ἀναξιότητος. Μόνο μέ αὐτόν τόν τρόπο μπορεῖ ὁ φυγόπονος ἄνθρωπος νά ἀγαπήσει τίς λυτρωτικές ἐντολές τοῦ Θεοῦ.
Οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι μόνο ὁ δεκάλογος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά ὅλα ὅσα ἐντέλλεται ἄμεσα ὁ Χριστός ἤ ἔμμεσα ὡς προτροπές πού προκύπτουν ἀπό τή διδασκαλία του. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ δέν ἔχει δικανικό χαρακτήρα οὔτε ὠφελεῖ, ἄν αὐτές τηροῦνται ἐξωτερικά. Κάποιες φορές οἱ χριστιανοί νομίζουν ὅτι τηροῦν τίς ἐντολές καί ἑπομένως ὁ Θεός ὀφείλει νά τούς εὐλογήσει. Ὁ πονηρός ἄνθρωπος ἀκόμη καί τή θεραπεία ἀπό τά ἐνοχλητικά πάθη τήν ἐπιζητεῖ, γιά νά βολευτεῖ καί νά γλιτώσει ἀπό τίς στενόχωρες συνέπειές τους. Γι᾿ αὐτό πρέπει μέ εἰλικρίνεια νά ἀποδεχθεῖ τή φιλαυτία του καί τήν ἠθελημένη ἄρνησή του νά ἀγαπήσει τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί νά ἀφεθεῖ νά τόν φωτίσει ὁ Θεός. Ὁ ἐμπιστευόμενος τόν ἑαυτό του στόν Χριστό ζεῖ «ἐν Χριστῷ» καί πηγαίνει πρός τόν Θεό ἀπογυμνωμένος ἀπό κάθε δικαίωμα καί κάθε «ἀρετή» του. Ἡ ζωή τῶν ἁγίων δέν εἶναι γιά κάποιους πού εὐνόησε ξεχωριστά ὁ Θεός, ἀλλά γιά ὅλους τους πεπτωκότες ἀνθρώπους πού ἔχουν τή διάθεση νά μετανοοῦν καί νά γίνονται ὅλο καί πιό δεκτικοί τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, ὥστε μέ τήν ἐλπίδα πρός τόν Χριστό νά βιώνουν ἀπό αὐτή τή ζωή τή χαρά καί τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ.
Σέ μιά ἀπό τίς τελευταῖες πρακτικές του νουθεσίες ἔλεγε ὅτι, ὅταν μέσα στή θεία Λειτουργία ὁ ἱερέας εὐλογεῖ τόν λαό, μεταδίδει τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη τήν ὥρα ὁ κάθε χριστιανός δέν μπορεῖ νά μείνει ἀπαθής, ἀλλά πρέπει νά πάρει θέση, νά τοποθετηθεῖ σ᾿ αὐτή τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Ἤ θά πεῖ «ναί» στόν Θεό καί θά γίνει δεκτικός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἤ θά πεῖ «ὄχι» στόν Θεό καί θά φύγει ἀπό τόν ναό ἀνεπηρέαστος. Ἀκόμη καί τότε, ὅμως, ἔχει σημασία νά αἰσθανθεῖ ὅτι εἶπε «ὄχι» στόν Θεό καί νά ἐπιστρέψει στό σπίτι του ταπεινωμένος καί πιό ἀνεκτικός πρός τούς ἀδελφούς. Ἐν τέλει μόνο μέ τή θυσιαστική ἀγάπη καί τήν ὀδυνηρή ἐκκοπή τοῦ θελήματος, χωρίς ὅμως νά κάνει τό «θύμα», μπορεῖ ὁ χριστιανός νά ζεῖ στό σπίτι καί στήν ἐργασία του μέ ἀνάπαυση στήν ψυχή του. Καί ἡ ἀνάπαυση αὐτή εἶναι τοῦ Χριστοῦ κατά τό λόγιο «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι, κἀγώ ἀναπαύσω ὑμᾶς. Ἄρατε τόν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς καί μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· ὁ γάρ ζυγός μου χρηστός καί τό φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν».
Καθώς ἔφθινε ἡ ὑγεία του, διάβαζε μέ τή βοήθεια τῶν ἀδελφῶν κεφάλαια ἀπό πατερικά ἔργα, καί ἡ ψυχή του διψοῦσε γιά τίς ἀλήθειες τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Ἤθελε νά ἔχει χρόνια μπροστά του, γιά νά μπορεῖ νά διαβάζει ἀσταμάτητα. Ἔλεγε τότε: «Ἐσεῖς πού εἶστε νεώτεροι, νά διαβάζετε βιβλία, νά διαβάζετε τήν Ἁγία Γραφή, τά ἔργα τῶν πατέρων· μή χάνετε τόν καιρό σας. Οἱ ἀνθρώπινες γνώσεις χάνονται μαζί μέ τά κύτταρα τοῦ ἐγκεφάλου στόν τάφο, ἐνῶ οἱ γνώσεις καί τά βιώματα τοῦ Θεοῦ παραμένουν εἰς τόν αἰώνα. Ὡς ἄκτιστες ἐνέργειες δέν ὑπόκεινται στή φθορά καί ὡς ἐκ τούτου εἶναι γνώσεις πού μένουν καί μετά θάνατον.»
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου